Η παγκόσμια αγορά των έξυπνων κινητών αναζητά νέο βηματισμό. Προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις ραγδαίες τεχνολογικές προόδους, τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, τις επιπτώσεις των δασμών και τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών, «ψάχνει» εναγωνίως το Next Big Thing, δίδοντας έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη, τη βιωσιμότητα και τη διαφοροποίηση μέσω καινοτομίας.
Οι νέες γενιές smartphones ενσωματώνουν εξελιγμένους AI αλγορίθμους που «μαθαίνουν» από τη συμπεριφορά του χρήστη. Η AI χρησιμοποιείται πλέον ευρέως για βελτιστοποίηση της κάμερας (AI φωτογραφία, νυχτερινή λήψη, σκηνικά φίλτρα) για διαχείριση ενέργειας για μεγαλύτερη αυτονομία και την παροχή προσωποποιημένων προτάσεων περιεχομένου και ρυθμίσεων.
Την ίδια περίοδο οι πτυσσόμενες συσκευές και οι Rollable Οθόνες ρίχνονται στην «αρένα» ενίσχυσης του μεριδίου αγοράς των κατασκευαστών, οι οποίοι, σε στάση αναμονής, μετρούν την απήχηση τους στο ευρύτερο κοινό.
Οι καταναλωτές, από την πλευρά τους, είναι πιο ενημερωμένοι και απαιτητικοί, όσο ποτέ. Γίνονται όλο και πιο περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένοι, ενώ οι εταιρείες απαντούν… με ανακυκλώσιμα υλικά και συσκευασίες, προγράμματα ανακύκλωσης παλαιών συσκευών και μακροχρόνια υποστήριξη ενημερώσεων λογισμικού, διαμορφώνοντας έτσι μια αγορά που βρίσκεται συνεχώς υπό μετασχηματισμό.
Τα smartphones λειτουργούν πλέον ως κόμβοι για οικοσυστήματα έξυπνων συσκευών. Από ρολόγια και ακουστικά μέχρι έξυπνα σπίτια και οχήματα, η διασύνδεση γίνεται απρόσκοπτη και αυτόματη. Με την αύξηση των κυβερνοαπειλών, η ασφάλεια καθίσταται αναπόφευκτα, άλλη μια προτεραιότητα για τους κατασκευαστές. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συσκευές ενσωματώνουν πλέον ενισχυμένους βιομετρικούς αισθητήρες (3D face unlock, ultrasonic fingerprint), ειδικά chips για κρυπτογράφηση και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων και λειτουργίες προστασίας κατά της παρακολούθησης
Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από τα smartphones έχει αλλάξει θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Παλιά, μιλούσαμε περισσότερο για κάμερες, μνήμες και για «ποιο είναι το καλύτερο μοντέλο». Τώρα, το ερώτημα που μπαίνει όλο και πιο συχνά είναι απλό: αξίζει να αλλάξω τη συσκευή μου; Τι κερδίζω, τι χάνω και τι πραγματικά χρειάζομαι από το επόμενο smartphone;
Ταυτόχρονα, στην πράξη, όλο και περισσότεροι κρατούν τη συσκευή τους για μεγαλύτερο διάστημα. Αναρωτιούνται αν όλες αυτές οι αλλαγές στα specs έχουν αντίκρισμα στην καθημερινότητά τους ή αν είναι μια ακόμα αφορμή για αγορά. Το νέο, πλέον, δεν θεωρείται πάντα το καλύτερο ή το απαραίτητο. Υπάρχουν πολλοί που παραμένουν με το ίδιο smartphone για τρία, ακόμα και τέσσερα χρόνια, έχοντας βρει τη δική τους ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη και στην εξέλιξη.
Όλα δείχνουν πως, το να αλλάζουμε κινητό κάθε χρόνο έχει ανεπιστρεπτί περάσει. Η ανανέωση γίνεται πια με φειδώ, με μόνη εξαίρεση όσους έχουν πραγματική επαγγελματική ανάγκη ή εθισμό με την τεχνολογία.
Ειδικότερα στην Κύπρο, ο μέσος Κύπριος καταναλωτής ψάχνει… πρώτα τη δυνατότητα δόσεων… από τον τηλεπικοινωνιακό του πάροχο, και μετά για το πιο είναι το πλέον προηγμένο μοντέλο. Η κουβέντα έχει αλλάξει και λόγω κόστους ζωής, αλλά και επειδή όλοι έχουν πια μια καλή συσκευή που καλύπτει τα βασικά: επικοινωνία, φωτογραφίες, social, εργασία. Τα «έξυπνα» χαρακτηριστικά αρχίζουν να μετρούν περισσότερο – ειδικά για τις νεότερες ηλικίες που χρησιμοποιούν το κινητό για τα πάντα, από τραπεζικές συναλλαγές μέχρι δουλειά από το σπίτι.
Καταληκτικά, μπορεί μεν οι κατασκευαστές να επικεντρώνονται στη δημιουργία εμπειριών που ξεπερνούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά και εστιάζουν στην προσωποποίηση, βιωσιμότητα, ασφάλεια και ευελιξία, ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα των κατασκευαστών είναι να πείσουν τους καταναλωτές για τη χρησιμότητα και τη διαφορά που κάνει το ένα smartphone από το άλλο στην πράξη, και όχι μόνο στα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Η εποχή του πληρώνω «περισσότερα για τα ίδια…», φαίνεται να φτάνει στο τέλος της.





