Σύμφωνα με τη νέα ετήσια έκθεση της GSMA με τίτλο «State of Mobile Internet Connectivity», περισσότεροι από τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως παραμένουν εκτός διαδικτύου, παρόλο που ζουν σε περιοχές με διαθέσιμη κάλυψη mobile internet.
Η εν λόγω έκθεση αποκαλύπτει επίσης ότι, ενώ ο αριθμός των χρηστών που συνδέονται από τη δική τους συσκευή αυξήθηκε κατά 200 εκατομμύρια το 2024, φτάνοντας τα 4,7 δισεκατομμύρια (58% του παγκόσμιου πληθυσμού), απαιτείται πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για τη γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος. Η GSMA απευθύνει έκκληση για ενίσχυση της προσπάθειας με στόχο την αντιμετώπιση του λεγόμενου «χάσματος χρήσης», της απόστασης δηλαδή μεταξύ της διαθεσιμότητας των υποδομών και της πραγματικής υιοθέτησης των ψηφιακών υπηρεσιών.
Η έρευνα τονίζει ότι το 96% του παγκόσμιου πληθυσμού καλύπτεται πλέον από δίκτυα mobile internet. Η πρόοδος στην επέκταση των υποδομών συνεχίζεται, καθώς το περασμένο έτος καλύφθηκαν επιπλέον 40 εκατομμύρια άνθρωποι, με την πλειοψηφία (75%) αυτών να βρίσκεται στην Υποσαχάρια Αφρική. Αυτό αφήνει μόλις 300 εκατομμύρια ανθρώπους (4% του πληθυσμού) στο «κενό κάλυψης», δηλαδή σε περιοχές χωρίς καμία πρόσβαση σε υποδομές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στο κενό (ή χάσμα) χρήσης, το οποίο αφορά 3,1 δισεκατομμύρια ανθρώπους (38% του πληθυσμού) που, ενώ έχουν τεχνικά πρόσβαση, δεν συνδέονται. Η συντριπτική πλειοψηφία (πάνω από 90%) των συνολικά 3,4 δισεκατομμυρίων μη συνδεδεμένων ατόμων ζει σε περιοχές με διαθέσιμη κάλυψη, την οποία αδυνατούν ή είναι απρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν.
Τα κύρια εμπόδια που κρατούν αυτούς τους πληθυσμούς εκτός σύνδεσης δεν είναι τεχνολογικά, αλλά κοινωνικοοικονομικά. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται η οικονομική προσιτότητα, κυρίως όσον αφορά το κόστος των συσκευών, η ελλιπής ενημέρωση σχετικά με το ίδιο το mobile internet και η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων. Ενδεικτικά, το κόστος μιας βασικής συσκευής, το οποίο έχει παραμείνει σχετικά αμετάβλητο από το 2021, αντιπροσωπεύει το 16% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 48% για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού. Η ανισότητα εντείνεται σε αγροτικές περιοχές, όπου οι κάτοικοι έχουν 25% λιγότερες πιθανότητες να χρησιμοποιήσουν mobile internet, ενώ οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν 14% χαμηλότερα ποσοστά χρήσης σε σύγκριση με τους άνδρες.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο Γενικός Διευθυντής της GSMA, Vivek Badrinath, τόνισε την ανάγκη για πιο αποφασιστική δράση. «Παρόλο που το “ψηφιακό χάσμα” και το “connect the unconnected” βρίσκονται στην ατζέντα για περισσότερο από μια δεκαετία, ήρθε η ώρα για ουσιαστική πρόοδο. Μια συσκευή με κόστος 30 δολαρίων θα μπορούσε να καταστήσει τις συσκευές προσιτές για έως και 1,6 δισεκατομμύρια ανθρώπους που σήμερα αποκλείονται λόγω κόστους από τη σύνδεση σε διαθέσιμη κάλυψη κινητού διαδικτύου». Ο ίδιος προσέθεσε ότι η επίτευξη αυτού του στόχου «απαιτεί μια συντονισμένη, συλλογική προσπάθεια μεταξύ της βιομηχανίας της κινητής, των κατασκευαστών συσκευών, των φορέων χάραξης πολιτικής, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων φορέων, και αποτελεί μια ευθύνη που πρέπει να αναλάβουμε όλοι». Η γεφύρωση του κενού χρήσης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα μπορούσε να προσθέσει 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ κατά την οκταετία έως το 2030.
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος, η GSMA εγκαινίασε το 2024 τη «Συμμαχία για την Οικονομική Προσιτότητα των Συσκευών» (Handset Affordability Coalition). Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν μεγάλοι πάροχοι, vendors, παράγοντες του οικοσυστήματος συσκευών και διεθνείς οργανισμοί όπως ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ITU και η Συμμαχία Edison του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF Edison Alliance), με στόχο την επιτάχυνση της πρόσβασης σε smartphones για τους πληθυσμούς των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Πέρα από την πρόσβαση, η έκθεση θέτει ως επόμενο κρίσιμο στόχο την «ουσιαστική συνδεσιμότητα»: οι χρήστες να έχουν μια ασφαλή, ικανοποιητική και παραγωγική διαδικτυακή εμπειρία, που να είναι οικονομικά προσιτή στο δικό τους πλαίσιο. Αυτό αποτελεί πρόκληση, καθώς πολλοί από τους ήδη συνδεδεμένους περιορίζονται σε μία ή δύο δραστηριότητες, όπως ο έλεγχος μιας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας ή της ροής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Σε τεχνολογικό επίπεδο, η κάλυψη του 4G έχει φτάσει στο 93% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ οι υπηρεσίες 5G καλύπτουν πλέον πάνω από το μισό πληθυσμό της Γης (54%), αν και ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνεται καθώς δίνεται προτεραιότητα στις επενδύσεις 5G. «Η σύνδεση στο διαδίκτυο έχει τεράστια και αδιαμφισβήτητα κοινωνικοοικονομικά οφέλη για τα άτομα και τις κοινωνίες», σημείωσε ο Badrinath. «Βασικές υπηρεσίες όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι τραπεζικές συναλλαγές είναι πλέον προσβάσιμες κυρίως μέσω διαδικτύου. Στο 96% του κόσμου η υποδομή υπάρχει. Η άρση των εμποδίων στη χρήση είναι κρίσιμη για να διασφαλίσουμε ότι το ψηφιακό χάσμα θα μειωθεί, αντί να βαθύνει, και ότι πολύ περισσότεροι από αυτούς τους 3,1 δισεκατομμύρια ανθρώπους θα μπορέσουν να επωφεληθούν από τη συνδεσιμότητα που αλλάζει τις ζωές».





