Η ραγδαία ανάπτυξη υποδομών για την Τεχνητή Νοημοσύνη απειλείται με εκτροχιασμό, καθώς ο κλάδος κατασκευής κέντρων δεδομένων αντιμετωπίζει κρίσιμα εμπόδια στη διαθεσιμότητα ενέργειας και σοβαρές ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης «Datacenter Construction Cost Index 2025-2026» της Turner & Townsend, η οποία βασίστηκε σε έρευνα 300 και πλέον έργων σε περισσότερες από 20 χώρες, καθώς και στις απόψεις 280 ειδικών του κλάδου. Η έκθεση προσδιορίζει κρίσιμους φραγμούς που εμποδίζουν την ικανοποίηση της ζήτησης για υποδομές AI, την ώρα που η παγκόσμια αγορά εκτιμάται ότι θα φτάσει φέτος τα 527,5 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το πρόβλημα της ενέργειας αναδεικνύεται στο μεγαλύτερο εμπόδιο, καθώς σχεδόν οι μισοί, συγκεκριμένα το 48% των ερωτηθέντων επαγγελματιών, αναφέρουν την πρόσβαση στην ενέργεια ως τον κυριότερο περιορισμό στο χρονοδιάγραμμα των έργων. Οι χρόνοι αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο ηλεκτροδότησης εκτείνονται πλέον σε βάθος ετών. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένα αιτήματα αντιμετωπίζουν ουρές αναμονής επτά ετών, ενώ στη Βρετανία, οι κατασκευαστές αναφέρουν αντίστοιχες καθυστερήσεις που απαιτούν αναβαθμίσεις υποσταθμών, κόστους εκατοντάδων εκατομμυρίων. Παρά τις συστάσεις για λύσεις όπως η επιτόπια παραγωγή ενέργειας, η έρευνα δείχνει ότι μόνο το 14% τις εξετάζει.
Το μέγεθος της ενεργειακής ζήτησης είναι πρωτοφανές. Υπολογίζεται ότι μόνο τα δημοσιοποιημένα έργα της OpenAI θα κατανάλωναν 55,2 gigawatts. Η ποσότητα αυτή είναι αρκετή για να τροφοδοτήσει 44,2 εκατομμύρια νοικοκυριά, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο τριπλάσιο του αποθέματος κατοικιών της Καλιφόρνια. Η Deloitte, σε ξεχωριστή ανάλυση τον Ιούνιο, προειδοποίησε ότι η ενέργεια που απαιτείται από τα κέντρα δεδομένων AI στις ΗΠΑ μπορεί να είναι 30 φορές μεγαλύτερη μέσα στην επόμενη δεκαετία, με εγκαταστάσεις μεγέθους 5 GW να βρίσκονται ήδη στο στάδιο του σχεδιασμού. Τα κέντρα δεδομένων ανταγωνίζονται για την περιορισμένη ενέργεια του δικτύου με τις κατοικίες και τις βιομηχανίες.
Παράλληλα με το ενεργειακό αδιέξοδο, η έκθεση αναδεικνύει την ανετοιμότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας να υποστηρίξει τη στροφή προς την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό. Ένα συντριπτικό 83% των επαγγελματιών του κλάδου πιστεύει ότι οι τοπικές εφοδιαστικές αλυσίδες δεν μπορούν να υποστηρίξουν την προηγμένη τεχνολογία ψύξης που απαιτείται για τις υψηλής πυκνότητας εγκαταστάσεις AI. Ενώ η παραδοσιακή ψύξη με ανεμιστήρες παραμένει το κύριο μοντέλο, η υγρόψυξη (liquid cooling) αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη λύση για την AI, με το 53% των ερωτηθέντων να αναμένει ότι θα περιλαμβάνεται στην πλειονότητα των μελλοντικών έργων υψηλής πυκνότητας.
Η ανησυχία για την ετοιμότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας είναι διάχυτη. Εξετάζοντας την εξειδίκευση στην ψύξη, μόνο το 17% θεωρεί ότι ο κλάδος είναι «καλά προετοιμασμένος» ή «πλήρως προετοιμασμένος» για να καλύψει τη ζήτηση, με το 47% να εκτιμά ότι τα σημεία συμφόρησης στην προμήθεια είναι πιθανά. Η ευρύτερη προοπτική για το 2026 είναι αρνητική, καθώς μόνο το 19% των ερωτηθέντων εκφράζει εμπιστοσύνη στην τήρηση των ημερομηνιών παράδοσης. Επιπλέον, οι κατασκευαστές chip ενδέχεται επίσης να δυσκολευτούν να παραγάγουν αρκετή προσφορά για να υποστηρίξουν τις μαζικές προβλέψεις κατασκευών για την AI.
Η έκθεση της Turner & Townsend εντοπίζει επίσης ένα αυξανόμενο χάσμα στο κόστος κατασκευής. Ενώ το κόστος ανά watt για τις παραδοσιακές, αερόψυκτες (air-cooled) εγκαταστάσεις cloud παρουσιάζει σταθεροποίηση, με την αύξηση να διαμορφώνεται στο 5,5% για το 2025 -σημαντικά μειωμένη από την αύξηση 9% που καταγράφηκε το 2024-, η εικόνα για την AI είναι διαφορετική. Σύμφωνα με την ανάλυση, οι εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν υγρόψυξη, βελτιστοποιημένες για AI, έχουν ένα «premium» κόστους που κυμαίνεται από 7% έως 10% υψηλότερα σε σύγκριση με αερόψυκτα κέντρα αντίστοιχης χωρητικότητας στις ΗΠΑ.
Αυτή η πληθωριστική πίεση αποτυπώνεται και στις τιμές των προσφορών. Το 47% των ερωτηθέντων ανέφερε αυξήσεις τιμών στις προσφορές από 6% έως 15% το τελευταίο δωδεκάμηνο, με ένα επιπλέον 21% να αναφέρει αυξήσεις που ξεπέρασαν το 15%. Οι προσδοκίες για το 2026 παραμένουν υψηλές, καθώς το 60% αναμένει περαιτέρω αυξήσεις από 5% έως 15%, και το 21% εκτιμά ότι οι αυξήσεις θα ξεπεράσουν και πάλι το 15% την επόμενη χρονιά.
Παρά τα εμπόδια, η στροφή της αγοράς προς την AI φαίνεται καθολική, με το 73% των ερωτηθέντων να θεωρεί τον κλάδο «απρόσβλητο από την ύφεση». Το 75% των επαγγελματιών επιβεβαίωσε ότι εργάζεται ήδη πάνω σε έργα κέντρων δεδομένων AI, ενώ το 47% αναμένει ότι αυτά τα έργα θα αποτελούν περισσότερο από το ήμισυ του φόρτου εργασίας τους εντός των επόμενων 12 έως 24 μηνών. Ο Paul Barry, επικεφαλής της έκθεσης για την Turner & Townsend, σημείωσε ότι το 2025 θα μείνει στην ιστορία ως «ένα σημείο καμπής για τον κλάδο μας, όπου τα AI datacenters μπαίνουν στο επίκεντρο».
Ο ίδιος τόνισε ότι η διαθεσιμότητα ενέργειας παραμένει «κρίσιμο εμπόδιο» και ότι τα κέντρα δεδομένων AI είναι «πιο προηγμένα, και κατ’ επέκταση, πιο δαπανηρά», με μεγαλύτερες απαιτήσεις ενέργειας. Σε γεωγραφικό επίπεδο, οι ακριβότερες αγορές για κατασκευή ανά watt παραμένουν το Τόκιο (15,2 δολάρια ανά watt), η Σιγκαπούρη (14,5 δολάρια) και η Ζυρίχη (14,2 δολάρια). Στις ΗΠΑ, η έλλειψη άμεσα διαθέσιμης ενέργειας στην παραδοσιακή αγορά της Βόρειας Βιρτζίνια ωθεί πλέον τους επενδυτές προς τη Βόρεια Καρολίνα.
Στην Ευρώπη, το Λονδίνο διατηρεί την πρωτοκαθεδρία με χωρητικότητα που ξεπερνά το 1 GW, αλλά αντιμετωπίζει ελλείψεις ενέργειας, ιδιαίτερα στο Δυτικό Λονδίνο. Η Φρανκφούρτη, η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά, βλέπει τα όρια του παλαιωμένου δικτύου της, ωθώντας τις νέες αναπτύξεις δυτικά. Το Παρίσι έχει ανέλθει στην τρίτη θέση, ωθούμενο από τη ζήτηση για «sovereign cloud», AI και quantum computing. Αντίθετα, το Άμστερνταμ, στην τέταρτη θέση, παραμένει στάσιμο λόγω ενός moratorium σε νέες μεγάλες αναπτύξεις και των συνεχιζόμενων περιορισμών στην παροχή ενέργειας.






