Η Ρωσία, η Ουκρανία και η Κίνα ανακηρύχθηκαν ως οι μεγαλύτερες «εστίες κυβερνοεγκλήματος» στον κόσμο, σε μια νέα μελέτη που κατατάσσει τις σημαντικότερες πηγές απειλών σε σχέση με το ζήτημα του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Η εν λόγω μελέτη είχε δύο κύριους σκοπούς: Πρώτον, να προσδιορίσει ποιες χώρες είναι οι σημαντικότερες πηγές εγκλήματος στον κυβερνοχώρο με γνώμονα το κέρδος και δεύτερο, να καθορίσει πόσο σημαντικό είναι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σε αυτές τις χώρες. Σημειώνεται ότι ως «πηγή» του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, προσδιορίστηκε με βάση τη χώρα όπου εδρεύουν οι παραβάτες και όχι την εθνικότητά τους.
Σύμφωνα με το World Cybercrime Index (WCI) που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Plos One μετά από τρία χρόνια έρευνας από ακαδημαϊκούς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Καμπέρα, η Ρωσία «φιλοξενεί» τη μεγαλύτερη απειλή σε σχέση με το κυβερνοέγκλημα, ακολουθούμενη από την Ουκρανία, την Κίνα, τις ΗΠΑ και τη Νιγηρία. Η δεκάδα συμπληρώνεται από τη Ρουμανία, τη Βόρεια Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Βραζιλία και την Ινδία.
Η Κύπρος στο Top 50 του World Cybercrime Index
Η Κύπρος βρίσκεται στην 42η θέση και ανάμεσα στις 50 πρώτες χώρες που θεωρούνται ως οι σημαντικότερες απειλές εγκλήματος στον κυβερνοχώρο σε παγκόσμια κλίμακα. Η κατάταξη βασίστηκε σε στοιχεία που συγκέντρωσαν οι ερευνητές, από σχεδόν 100 ειδικούς σε θέματα κυβερνοεγκλήματος από όλο τον κόσμο (από όλες τις χώρες που είναι επίσημα αναγνωρισμένες από τα Ηνωμένα Έθνη), ζητώντας από τον καθένα να εντοπίσει τις σημαντικότερες πηγές πέντε σημαντικών τύπων κυβερνοεγκλήματος, κατατάσσοντας τις χώρες ανάλογα με τον αντίκτυπο, τον επαγγελματισμό και την τεχνική κατάρτιση των εγκληματιών.

Ως σημαντικότερες απειλές εγκλήματος στον κυβερνοχώρο σε παγκόσμια κλίμακα θεωρήθηκαν για σκοπούς έρευνας οι ακόλουθες:
- Τεχνικά προϊόντα/υπηρεσίες (π.χ. κωδικοποίηση κακόβουλου λογισμικού, πρόσβαση σε botnet, πρόσβαση σε παραβιασμένα συστήματα, παραγωγή εργαλείων).
- Επιθέσεις και εκβιασμοί (π.χ. επιθέσεις DDoS, ransomware).
- Κλοπή δεδομένων/ταυτότητας (π.χ. hacking, phishing, συμβιβασμοί λογαριασμών, σύνθεση πιστωτικών καρτών).
- Απάτες (π.χ. απάτη προκαταβολής τελών, παραβίαση επαγγελματικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απάτη ηλεκτρονικής δημοπρασίας).
- Εξαργύρωση/νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (π.χ. απάτη με πιστωτικές κάρτες, money mules, παράνομες πλατφόρμες εικονικών νομισμάτων).
Όπως δήλωσε η συν-συγγραφέας της μελέτης, Δρ Miranda Bruce, η έρευνα θα επιτρέψει στις υπηρεσίες ασφάλειας που σχετίζονται με τον κυβερνοχώρο να επικεντρωθούν στους βασικούς κόμβους του κυβερνοεγκλήματος, κατευθύνοντας τα κονδύλια και την εστίαση αποτελεσματικότερα.
«Η έρευνα στην οποία στηρίζεται ο δείκτης θα βοηθήσει στην άρση του πέπλου της ανωνυμίας γύρω από τους κυβερνοεγκληματίες και ελπίζουμε ότι θα βοηθήσει στην καταπολέμηση της αυξανόμενης απειλής του κυβερνοεγκλήματος που έχει γνώμονα το κέρδος», τόνισε η ίδια.
«Έχουμε πλέον βαθύτερη κατανόηση της γεωγραφίας του ηλεκτρονικού εγκλήματος και του τρόπου με τον οποίο οι διάφορες χώρες εξειδικεύονται σε διαφορετικούς τύπους κυβερνοεγκλημάτων. Με τη συνέχιση της συλλογής αυτών των δεδομένων, θα είμαστε σε θέση να παρακολουθούμε την εμφάνιση τυχόν νέων εστιών και είναι πιθανό να γίνουν έγκαιρες παρεμβάσεις σε χώρες που διατρέχουν κίνδυνο πριν καν αναπτυχθεί ένα σοβαρό πρόβλημα κυβερνοεγκλήματος».
Ο συν-συγγραφέας, αναπληρωτής καθηγητής Jonathan Lusthaus, δήλωσε ότι ο δείκτης θα μπορούσε να βοηθήσει να φωτιστεί η συχνά δύσκολα ανιχνεύσιμη δραστηριότητα. «Λόγω της παράνομης και ανώνυμης φύσης των δραστηριοτήτων τους, οι εγκληματίες του κυβερνοχώρου δεν μπορούν να προσεγγιστούν εύκολα ή να ερευνηθούν αξιόπιστα. Κρύβονται», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
«Αν προσπαθήσετε να χρησιμοποιήσετε τεχνικά δεδομένα για να χαρτογραφήσετε τη θέση τους, επίσης θα αποτύχετε, καθώς οι κυβερνοεγκληματίες αναπηδούν τις επιθέσεις τους γύρω από διαδικτυακές υποδομές σε όλο τον κόσμο. Το καλύτερο μέσο που έχουμε για να σχηματίσουμε μια εικόνα για το πού βρίσκονται στην πραγματικότητα αυτοί οι δράστες είναι να κάνουμε έρευνα σε εκείνους που η δουλειά τους είναι να τους εντοπίζουν».
Τέλος, οι ερευνητές δήλωσαν ότι ελπίζουν να επεκτείνουν τη μελέτη για να εξετάσουν κατά πόσον διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως τα ποσοστά εκπαίδευσης, το ΑΕΠ ή τα επίπεδα διαφθοράς, επηρεάζουν την ποσότητα του κυβερνοεγκλήματος που αναδύεται από μια χώρα.






