Ανάμεσα στα πέντε κράτη μέλη της Ε.Ε των οποίων οι επιχειρήσεις τους δέχτηκαν τις λιγότερες κυβερνοεπιθέσεις συγκαταλέγεται η Κύπρος. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, οι χώρες αυτές ήταν η Βουλγαρία όπου το σχετικό ποσοστό το 2022 περιορίστηκε στο 11,0%, η Πορτογαλία, όπου μόνο το 11,5% των εταιρειών έπεσε θύμα κυβερνοεπίθεσης, η Σλοβακία με 12,3%, η Ουγγαρία με 13,4% και η Κύπρος με 14,3% των εταιρειών της να πέφτει θύμα του ψηφιακού εγκλήματος το 2022.
Στον αντίποδα, τα ευρωπαϊκά κράτη με τα περισσότερα κρούσματα ήταν η Φινλανδία όπου σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις, (το 43,8%,) δέχτηκαν τουλάχιστον μία κυβερνοπίθεση στη διάρκεια του 2022. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά εταιρειών, που κατέγραψαν περιστατικά ασφάλειας και παραβίασης των συστημάτων τους, ήταν η Ολλανδία και η Πολωνία με 30,1% και 29,7% αντίστοιχα. Ακολουθούν η Τσεχία με 29,3% και η Δανία με 26,4% αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι επιθέσεις προς επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι συνέπειες των επιθέσεων του ψηφιακού εγκλήματος προς επιχειρήσεις τόσο στην Κύπρο, όσο και πανευρωπαϊκά, ήταν κάτι παραπάνω από βαριές. Εκτείνονται δε από την αδυναμία λειτουργίας των συστημάτων Πληροφορικής μιας εταιρείας μέχρι και την καταστροφή και απώλεια κρίσιμων εταιριών δεδομένων ή τη διαρροή εμπιστευτικών εταιρικών data.
Τα πιο συχνά αποτελέσματα των κυβερνοεπιθέσεων είναι η μη διαθεσιμότητα υπηρεσιών Πληροφορικής λόγω δυσλειτουργίας στο hardware ή στο software, με το 18,7% των εταιρειών να αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα.
Τα περιστατικά, που οδήγησαν σε απώλεια ή καταστροφή εταιρικών δεδομένων ήταν λιγότερο συχνά το 2022. Ειδικότερα, η απώλεια κρίσιμων επιχειρησιακών data, που προκλήθηκε λόγω αστοχιών στο hardware ή το λογισμικό μετά από μια επίθεση, αφορούσε το 3,9% των περιπτώσεων, ενώ η καταστροφή δεδομένων λόγω μόλυνσης από κακόβουλο λογισμικό ή μη εξουσιοδοτημένη εισβολή αφορούσε το 2,1%.
Τέλος, η μη διαθεσιμότητα υπηρεσιών ΤΠΕ λόγω επιθέσεων από το εξωτερικό (για παράδειγμα επιθέσεις ransomware ή επιθέσεις άρνησης υπηρεσίας) ήταν πολύ λιγότερο συχνές και αφορούσαν μόλις το 3,5% των περιστατικών.





