Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να αποσύρει πρόταση που θα επέβαλλε τέλη χρήσης σε διαδικτυακές πλατφόρμες για τη χρηματοδότηση αναβαθμίσεων και επεκτάσεων των ευρυζωνικών υποδομών τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό, υπογραμμίζοντας ότι το ζήτημα τελεί υπό εξέταση στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας. Εκπρόσωπος της Κομισιόν δήλωσε ότι δεν έχει υπάρξει συμφωνία και ότι το θέμα των τελών αποτελεί αντικείμενο της υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Το σημείωμα του Λευκού Οίκου αναφορικά με τη συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν περιλαμβάνει σύντομη αναφορά στη μη εφαρμογή τελών δικτυακής χρήσης. Όπως αναφέρεται, «οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση προτίθενται να αντιμετωπίσουν αδικαιολόγητα εμπόδια στο ψηφιακό εμπόριο. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ επιβεβαιώνει ότι δεν θα υιοθετήσει ούτε θα διατηρήσει τέλη χρήσης δικτύου. Επιπλέον, οι δύο πλευρές θα διατηρήσουν μηδενικούς τελωνειακούς δασμούς για τις ηλεκτρονικές μεταφορές δεδομένων».
Η απαίτηση για τέλη δικτύου αποτελεί πάγιο αίτημα των παρόχων υπηρεσιών Διαδικτύου στην Ευρώπη και διεθνώς. Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες πλατφόρμες τεχνολογίας, παρότι χρηματοδοτούν την πρόσβασή τους στο Διαδίκτυο και ορισμένες φορές επενδύουν σε υποδομές, επιβαρύνουν σημαντικά τα δίκτυα. Σύμφωνα με τη θέση τους, οι πλατφόρμες αυτές θα πρέπει να συμβάλλουν περισσότερο στην κατασκευή και συντήρηση των ευρυζωνικών υποδομών, στη βάση της λεγόμενης «δίκαιης συνεισφοράς».
Το ενδεχόμενο επιβολής τελών εξετάζεται στο πλαίσιο του υπό διαμόρφωση νομοσχεδίου για τα Ψηφιακά Δίκτυα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με ενημερωτικό έγγραφο της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η νομοθεσία αυτή ενδέχεται να αντιμετωπίσει τη συζήτηση για τη συνεισφορά στο κόστος των δικτύων, γνωστή και ως «fair share». Οι ευρωπαϊκές αρχές δεν έχουν ακόμη αποφασίσει αν το συγκεκριμένο στοιχείο θα ενσωματωθεί τελικά στο τελικό κείμενο.
Μετά τη δήλωση του Λευκού Οίκου, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τόμας Ρενιέ δήλωσε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο MLex ότι δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση από πλευράς της ΕΕ. Όπως ανέφερε, «ο Νόμος για τα Ψηφιακά Δίκτυα είναι υπό επεξεργασία και έχουμε το κυρίαρχο δικαίωμα να νομοθετούμε όπως θεωρούμε κατάλληλο». Ο Ρενιέ προσέθεσε ότι το θέμα της «δίκαιης συνεισφοράς» παραμένει ανοικτό και δεν σχετίζεται άμεσα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τονίζοντας ότι «θα αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της επερχόμενης ευρωπαϊκής νομοθεσίας».
Το κατά πόσο η αναφορά του Λευκού Οίκου αντανακλά επίσημη δέσμευση της ΕΕ παραμένει ασαφές. Η σχετική διατύπωση ενδέχεται να αποτυπώνει μόνο μια προκαταρκτική κατανόηση μεταξύ των δύο ηγετών και όχι μια νομικά δεσμευτική συμφωνία. Όπως διευκρινίζει η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, «η πολιτική συμφωνία της 27ης Ιουλίου 2025 δεν είναι νομικά δεσμευτική». Η Κομισιόν επισημαίνει επίσης ότι «πέραν των άμεσων ενεργειών που έχουν συμφωνηθεί, η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις βάσει των εσωτερικών τους διαδικασιών για την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας».
Η πιθανότητα απόσυρσης των τελών δικτύου προκαλεί ικανοποίηση στον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος είχε αντιδράσει έντονα στην ιδέα επιβολής τους. Το 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση επί του ζητήματος, προκαλώντας αντιδράσεις από την κυβέρνηση Μπάιντεν και μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Οι πάροχοι στην Ευρώπη είχαν ζητήσει την επιβολή τελών σε διαδικτυακές πλατφόρμες που ευθύνονταν για ποσοστό άνω του 5% της μέσης κυκλοφορίας σε ώρες αιχμής, ωστόσο η Ουάσιγκτον είχε προειδοποιήσει ότι το μέτρο θα ενίσχυε τη θέση των μεγάλων παρόχων, θα μείωνε τον ανταγωνισμό, θα αύξανε το κόστος για τους καταναλωτές και θα υπονόμευε την αρχή της ουδετερότητας του Διαδικτύου.
Η Ένωση Υπολογιστών και Επικοινωνιών (CCIA), η οποία εκπροσωπεί μεταξύ άλλων τις Amazon, Apple, Google, Meta, Intel και Cloudflare, χαιρέτισε τη σχετική αναφορά του Λευκού Οίκου. Όπως ανέφερε, η συμφωνία προβλέπει διαδικασία για την άρση αδικαιολόγητων φραγμών στο ψηφιακό εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης της απόρριψης της πρότασης επιβολής τελών σε αμερικανικές εταιρείες για τη στήριξη των ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Η CCIA διευκρίνισε ωστόσο ότι τα ακριβή σημεία της συμφωνίας παραμένουν ασαφή.
Σε σχόλια που είχε καταθέσει το 2023 στο Γραφείο του Αμερικανού Εκπροσώπου Εμπορίου, η CCIA είχε επισημάνει ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι επιδιώκουν την επιβολή τελών από τις εταιρείες τεχνολογίας για τη μεταφορά περιεχομένου που ζητούν οι ίδιοι οι πελάτες των παρόχων. Σύμφωνα με την Ένωση, τέτοια τέλη θα στοχοποιούσαν κυρίως αμερικανικές διαδικτυακές υπηρεσίες υψηλής ζήτησης στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το επιχείρημα περί «δίκαιης συνεισφοράς» έχει διατυπωθεί επανειλημμένα και από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών των ΗΠΑ, Μπρένταν Καρ, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι οι τεχνολογικές εταιρείες αποφεύγουν την οικονομική συμμετοχή στα κόστη του διαδικτυακού οικοσυστήματος, απολαμβάνοντας δωρεάν πρόσβαση στις υποδομές χωρίς να συνεισφέρουν στα δισεκατομμύρια που απαιτούνται για τη διατήρησή τους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιβολή ανάλογων τελών θα μπορούσε να περάσει μέσω της συμμετοχής των τεχνολογικών εταιρειών στο Ταμείο Καθολικής Υπηρεσίας της FCC. Ωστόσο, αν η κυβέρνηση Τραμπ εκφράζει επίσημη αντίθεση προς τα ευρωπαϊκά τέλη, αυτό ενδέχεται να ενισχύσει τις θέσεις του τεχνολογικού κλάδου και εντός των ΗΠΑ, ενάντια σε οποιαδήποτε νέα μορφή οικονομικής επιβάρυνσης για τη χρήση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων.





