14.7 C
Cyprus
Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, 2026
More

    Ποιος κερδίζει από την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου;

    Της Ματίνας Ζησιάδου, Διευθύντρια CITEA

    Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές αναζητούν, συγκρίνουν και αγοράζουν προϊόντα και υπηρεσίες. Οι μεν καταναλωτές έχουν πλέον περισσότερες επιλογές και ευκολότερη πρόσβαση σε προϊόντα από διαφορετικές αγορές, οι δε επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να προσεγγίζουν πελάτες πέρα από τα γεωγραφικά όρια της δραστηριότητάς τους.

    Η ανάπτυξη αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία: σύμφωνα με τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), οι πωλήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου μεταξύ επιχειρήσεων σε 43 ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες εκτιμήθηκαν σε σχεδόν 27 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2022. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν οκτώ στους δέκα ανθρώπους ηλικίας 16–74 ετών πραγματοποίησαν ηλεκτρονικές αγορές το 2025, έναντι περίπου έξι στους δέκα το 2015, σύμφωνα με τη Eurostat.

    Πρόκειται επομένως για μια εξέλιξη που δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι αγορές αλλά και επηρεάζει τις προσδοκίες των καταναλωτών, διαμορφώνει νέες συνθήκες ανταγωνισμού και μεταβάλλει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των επιχειρήσεων.

    Ποιοι όμως είναι αυτοί που ωφελούνται πραγματικά από αυτή την ανάπτυξη;

    Περισσότερες πωλήσεις σημαίνουν μεγαλύτερη κερδοφορία;

    Η διαδικτυακή παρουσία μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για μια επιχείρηση, δίνοντάς της πρόσβαση σε αγορές και πελάτες που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να προσεγγίσει. Ωστόσο, περισσότερες πωλήσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα και μεγαλύτερα κέρδη.

    Από τη μία πλευρά, το ηλεκτρονικό εμπόριο προσφέρει ευκαιρίες ανάπτυξης και διεύρυνσης του πελατολογίου. Από την άλλη, η δημιουργία και συντήρηση ενός ηλεκτρονικού καταστήματος, η ψηφιακή διαφήμιση, οι προμήθειες πλατφορμών, η διαχείριση παραγγελιών και επιστροφών, καθώς και η εξυπηρέτηση μετά την πώληση, συνεπάγονται κόστος που επηρεάζει το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.

    Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τη σημασία του ηλεκτρονικού εμπορίου για τις επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025, οι ηλεκτρονικές πωλήσεις αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα πέμπτο του συνολικού κύκλου εργασιών τους. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, το ποσοστό έφτανε σχεδόν το ένα τέταρτο, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) περιοριζόταν περίπου στο ένα όγδοο.

    Η διαφορά αυτή αναδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις δεν αξιοποιούν όλες τις ψηφιακές δυνατότητες στον ίδιο βαθμό. Για μια ΜμΕ, επομένως, ο στόχος δεν είναι απλώς να αποκτήσει ηλεκτρονικό κατάστημα, αλλά να επιλέξει το κατάλληλο επιχειρηματικό μοντέλο, να γνωρίζει το κόστος της, να εξυπηρετεί αποτελεσματικά τους πελάτες της και να παραμένει ανταγωνιστική σε βάθος χρόνου.

    Ηλεκτρονικό εμπόριο και φυσικά καταστήματα: ανταγωνισμός ή συμπληρωματικότητα;

    Συχνά το ηλεκτρονικό εμπόριο και η φυσική λιανική παρουσιάζονται ως δύο ανταγωνιστικές επιλογές. Πρακτικά όμως μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, προσφέροντας στους καταναλωτές περισσότερους τρόπους να ανακαλύπτουν προϊόντα, να πραγματοποιούν αγορές και να λαμβάνουν εξυπηρέτηση.

    Τα φυσικά καταστήματα μπορούν να αξιοποιούν το διαδίκτυο για να προσελκύουν νέους πελάτες, να παρουσιάζουν το διαθέσιμο απόθεμά τους και να διατηρούν την επαφή με τους καταναλωτές. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται κυρίως διαδικτυακά μπορούν να επενδύουν σε υπηρεσίες που ενισχύουν την εμπιστοσύνη και βελτιώνουν τη συνολική αγοραστική εμπειρία.

    Παράλληλα, οι διεθνείς πλατφόρμες και οι ψηφιακές αγορές διευρύνουν τις επιλογές των καταναλωτών, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε προϊόντα και υπηρεσίες από διαφορετικές αγορές. Οι μεν καταναλωτές επωφελούνται από την ευρύτερη επιλογή, οι δε επιχειρήσεις αποκτούν νέες δυνατότητες προβολής, διάθεσης προϊόντων και πρόσβασης σε πελάτες. Σε αυτό το περιβάλλον, η ποιότητα, η αξιοπιστία, η εξυπηρέτηση και η αποτελεσματική αξιοποίηση των ψηφιακών καναλιών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

    Ποιοι είναι λοιπόν οι κερδισμένοι; Τελικά όλοι: Οι μεν καταναλωτές αποκτούν περισσότερες επιλογές και ευκολότερη πρόσβαση σε προϊόντα και υπηρεσίες. Οι δε επιχειρήσεις μπορούν να διευρύνουν την παρουσία τους και να αναπτύξουν τις πωλήσεις τους. Ταυτόχρονα, οι ψηφιακές πλατφόρμες διευκολύνουν τη σύνδεση αγοραστών και πωλητών, ενώ οι εταιρείες τεχνολογίας αναπτύσσουν και υποστηρίζουν τις λύσεις που καθιστούν δυνατές αυτές τις συναλλαγές. Τέλος, η ευρύτερη οικονομία μπορεί να επωφεληθεί από την καινοτομία, την παραγωγικότητα και τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών.

    Τα οφέλη ωστόσο, δεν προκύπτουν αυτόματα. Εξαρτώνται από το κατά πόσο κάθε πλευρά μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ηλεκτρονικού εμπορίου με τρόπο αποτελεσματικό και βιώσιμο.

    Η τεχνολογία πίσω από κάθε συναλλαγή

    Πίσω από κάθε ηλεκτρονική αγορά βρίσκεται μια ολόκληρη αλυσίδα τεχνολογιών και υπηρεσιών που συχνά παραμένει αόρατη στον καταναλωτή. Από τις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, τα συστήματα λιανικής και τις ηλεκτρονικές πληρωμές έως τη διαχείριση αποθεμάτων, τις υποδομές φιλοξενίας, την ανάλυση δεδομένων και την κυβερνοασφάλεια, πολλές τεχνολογικές λύσεις συνεργάζονται για να ολοκληρωθεί μια συναλλαγή ομαλά και με ασφάλεια.

    Οι επιχειρήσεις από την μία, αξιοποιούν αυτές τις λύσεις για να οργανώνουν καλύτερα τις λειτουργίες τους και να εξυπηρετούν τους πελάτες τους, ενώ, οι εταιρείες τεχνολογίας αναπτύσσουν, εφαρμόζουν και υποστηρίζουν τα συστήματα που καθιστούν δυνατή αυτή τη διαδικασία. Έτσι, η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου δημιουργεί ευκαιρίες όχι μόνο για όσους πωλούν προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά και για το ευρύτερο οικοσύστημα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ).

    Για την Κύπρο, αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση για τεχνογνωσία, ψηφιακές υπηρεσίες και καινοτόμες λύσεις. Η τεχνολογία ωστόσο, δεν εγγυάται από μόνη της την επιτυχία. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η επιλογή των κατάλληλων λύσεων και η αξιοποίησή τους με τρόπο που βελτιώνει την παραγωγικότητα, τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

    Η κυπριακή αγορά: πρόοδος και περιθώρια ανάπτυξης

    Η κυπριακή αγορά έχει ήδη κάνει βήματα προς την ψηφιακή μετάβαση, ωστόσο υπάρχουν ακόμη περιθώρια για αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων τεχνολογιών.

    Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου, το 2024 σχεδόν μία στις τέσσερις επιχειρήσεις στην Κύπρο έλαβε παραγγελίες για αγαθά ή υπηρεσίες μέσω δικτύων υπολογιστών, ποσοστό 23,9%. Από το σύνολο των επιχειρήσεων, περίπου μία στις έξι έλαβε παραγγελίες μέσω δικής της ιστοσελίδας ή εφαρμογής (17,1%), ενώ περίπου μία στις επτά χρησιμοποίησε ιστοσελίδες ή εφαρμογές που εξυπηρετούν πολλές επιχειρήσεις, όπως οι ηλεκτρονικές αγορές (14,1%).

    Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο αποτελεί ήδη μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Παράλληλα δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, ιδιαίτερα από τις ΜμΕ.

    Η πρόκληση δεν περιορίζεται στη δημιουργία μιας ιστοσελίδας ή στην παρουσία σε μια ψηφιακή πλατφόρμα. Περιλαμβάνει τη διασύνδεση των συστημάτων πωλήσεων με τη διαχείριση αποθεμάτων και παραγγελιών, την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των πελατών, την προστασία των δεδομένων και την αξιοποίηση των πληροφοριών που προκύπτουν από τις συναλλαγές.

    Σε αυτό το πλαίσιο, ο CITEA συμβάλλει στη σύνδεση των αναγκών της αγοράς με την τεχνογνωσία και τις δυνατότητες του κυπριακού τεχνολογικού οικοσυστήματος. Μέσα από τη συνεργασία των επιχειρήσεων με τον κλάδο της τεχνολογίας, μπορούν να αναπτυχθούν πρακτικές λύσεις που ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες και ενισχύουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. 

    Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι καθοριστική

    Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των συναλλαγών, τον όγκο των πωλήσεων ή την ποικιλία των διαθέσιμων προϊόντων. Εξίσου σημαντική είναι η εμπειρία που προσφέρει στους καταναλωτές. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της Eurostat (2025) που δείχνουν ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις καταναλωτές στην ΕΕ που πραγματοποίησαν ηλεκτρονικές αγορές (35,4%) ανέφεραν ότι αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα, συνήθως συνδεόμενο με τον χρόνο παράδοσης.

    Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αξιοπιστία, η ασφάλεια των πληρωμών, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η σαφής ενημέρωση για τους όρους αγοράς και η αποτελεσματική διαχείριση επιστροφών και παραπόνων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης.

    Συμπερασματικά, το ηλεκτρονικό εμπόριο μπορεί να δημιουργήσει οφέλη για όλους: από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις λιανικής έως τις ψηφιακές πλατφόρμες και τις εταιρείες τεχνολογίας που υποστηρίζουν τις συναλλαγές. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος κερδίζει εις βάρος κάποιου άλλου, αλλά πώς η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου μπορεί να δημιουργεί διατηρήσιμη αξία για τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και την οικονομία συνολικά.

    Γιατί τελικά, η επιτυχία του ηλεκτρονικού εμπορίου δεν μετριέται μόνο από τις πωλήσεις αλλά από την αξία που δημιουργούμε στον καταναλωτή.

    Related Articles

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.



    Latest Articles



    Διαβάστε το περιοδικό «ΚΙΝΗΤΗ CY»