Η ραγδαία εξάπλωση των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, όπως τα chatbots, τα AI Overviews και το AI Mode της Google, διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα για τον χώρο των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης. Όπως αναλύει η Wall Street Journal σε εκτενές ρεπορτάζ της, η τάση αυτή οδηγεί σε πρωτοφανή πτώση της οργανικής επισκεψιμότητας που τροφοδοτούσε τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες τα προηγούμενα χρόνια, προκαλώντας σημαντικές αναταράξεις στο επιχειρηματικό τους μοντέλο.
Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η Wall Street Journal και προέρχονται από τη Similarweb, η οργανική επισκεψιμότητα στα sites της HuffPost μειώθηκε πάνω από 50% τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ σχεδόν αντίστοιχη ήταν η πτώση και για τη Washington Post. Το Business Insider αναγκάστηκε να περικόψει περίπου το 21% του προσωπικού του τον περασμένο μήνα, καθώς η επισκεψιμότητα από οργανική αναζήτηση στα websites του υποχώρησε κατά 55% μεταξύ Απριλίου 2022 και Απριλίου 2025. Ο διευθύνων σύμβουλος της Atlantic, Nicholas Thompson, ανέφερε σε εσωτερική συνάντηση ότι το μέσο πρέπει να θεωρεί δεδομένη τη μείωση της κίνησης από την Google σχεδόν στο μηδέν, επισημαίνοντας την ανάγκη αναζήτησης νέων δρόμων εσόδων.
Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται ραγδαία λόγω της τεχνολογικής αλλαγής που εισήγαγε η Google με το AI Overviews, ένα εργαλείο που συνοψίζει τα αποτελέσματα αναζήτησης στην κορυφή της σελίδας και προσφέρει απαντήσεις με σαφώς λιγότερες παραπομπές σε εξωτερικές πηγές. Η εισαγωγή του πέρσι επηρέασε άμεσα τη ροή επισκεψιμότητας προς sites με θεματολογία όπως οδηγοί διακοπών, συμβουλές υγείας ή αξιολογήσεις προϊόντων, ενώ η πρόσφατη πανεθνική κυκλοφορία του AI Mode στις ΗΠΑ, που λειτουργεί ως ανταγωνιστής του ChatGPT, αναμένεται να ασκήσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση. Το AI Mode απαντά σε ερωτήματα με διάλογο τύπου chatbot, με ελάχιστα links προς άλλα sites.
Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του Thompson στη Wall Street Journal ότι η Google μετατρέπεται από «μηχανή αναζήτησης» σε «μηχανή απαντήσεων», γεγονός που απαιτεί από τους εκδότες να επανεφεύρουν τις στρατηγικές τους. Ο εκδότης της Washington Post, William Lewis, τόνισε ότι η ταχεία εξάπλωση των click-free απαντήσεων αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημοσιογραφία, που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η Washington Post, όπως δήλωσε, κινείται με ταχύτητα για να προσεγγίσει νέα ακροατήρια, να ενισχύσει τα έσοδά της και να προετοιμαστεί για τη «μετα-αναζήτηση» εποχή.
Στη New York Times, το ποσοστό της οργανικής επισκεψιμότητας από τις μηχανές αναζήτησης στην desktop και mobile έκδοσή της μειώθηκε σε 36,5% τον Απρίλιο του 2025, από σχεδόν 44% τρία χρόνια πριν, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία. Στο Wall Street Journal, η οργανική επισκεψιμότητα αυξήθηκε απόλυτα, όμως ως ποσοστό της συνολικής κίνησης μειώθηκε στο 24% από 29%. Αντίστοιχα, ο Neil Vogel της Dotdash Meredith δήλωσε ότι το Google search, που παλαιότερα αντιστοιχούσε στο 60% του traffic μετά τη συγχώνευση με τη Meredith, σήμερα συνεισφέρει περίπου στο ένα τρίτο της συνολικής επισκεψιμότητας. Σημειώνει όμως ότι συνολικά το traffic της εταιρείας αυξάνεται χάρη σε νέες προσπάθειες, όπως τα newsletters και η υπηρεσία MyRecipes.
Όπως αναφέρει η Wall Street Journal, απέναντι στις πιέσεις, οι εκδότες επιδιώκουν να δημιουργήσουν πιο άμεση σχέση με το κοινό τους, επενδύοντας σε νέες πλατφόρμες όπως εφαρμογές, συνδρομές, ενημερωτικά δελτία και live events, αλλά και ενίσχυση των έντυπων εκδόσεων. Η Atlantic, για παράδειγμα, εστιάζει στην ανάπτυξη της εφαρμογής της και σε μεγαλύτερο αριθμό έντυπων τευχών, ενώ αυξάνει τη δραστηριότητα της σε εκδηλώσεις. To Politico και το Business Insider, που ανήκουν στον όμιλο Axel Springer, ενισχύουν επίσης την προσέγγισή τους στην εμπλοκή του κοινού.
Η ριζική ανακατάταξη της online επισκεψιμότητας δεν αποτελεί νέο φαινόμενο για τον κλάδο, σημειώνει το ρεπορτάζ. Η ψηφιακή τεχνολογία διέλυσε το οικονομικό μοντέλο των έντυπων μέσων, στη συνέχεια τα social media και οι πλατφόρμες όπως το Facebook και το Twitter μετέβαλαν τις πηγές traffic, ενώ τα τελευταία χρόνια η Google παρέμενε σταθερός οδηγός κίνησης, παρά τις κατά καιρούς αλλαγές του αλγορίθμου της. Σήμερα, η generative τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει εκ νέου τον τρόπο χρήσης του διαδικτύου συνολικά.
Ενώ τα εργαλεία AI προκαλούν ανησυχία στους εκδότες, η Google δηλώνει, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ότι παραμένει προσηλωμένη στη διοχέτευση επισκεψιμότητας προς τον παγκόσμιο ιστό και σημειώνει ότι οι χρήστες που κλικάρουν σε links μετά τα AI Overviews τείνουν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στα websites. Παράλληλα, η εταιρεία διευκρινίζει πως σε αναζητήσεις που αφορούν επίκαιρες ειδήσεις ή trending θέματα, τα AI Overviews εμφανίζονται πιο σπάνια, ενώ αντίθετα τα παρουσιάζει κυρίως σε queries που σχετίζονται με παλαιότερα άρθρα ή lifestyle περιεχόμενο. Ωστόσο, σε πρόσφατη κατάθεση στελέχους της Apple σε ομοσπονδιακό δικαστήριο αναφέρθηκε ότι, για πρώτη φορά σε διάστημα δύο δεκαετιών, οι αναζητήσεις Google μέσω του Safari παρουσίασαν πτώση.
Πολλοί εκδότες, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, προχωρούν σε νέες επιχειρηματικές συνεργασίες ή ακόμα και νομικές ενέργειες για να διαφυλάξουν τα πνευματικά τους δικαιώματα, καθώς τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) των chatbots εκπαιδεύονται με δεδομένα που συλλέγονται από το ανοικτό διαδίκτυο, περιλαμβανομένων και ειδησεογραφικών άρθρων. Οι New York Times, για παράδειγμα, έχουν καταθέσει αγωγή κατά των OpenAI και Microsoft για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά ταυτόχρονα ανακοίνωσαν και συμφωνία αδειοδότησης του περιεχομένου τους με την Amazon. Η Wall Street Journal (News Corp) έχει συνάψει συμφωνία με την OpenAI, ενώ εκκρεμεί αγωγή κατά της Perplexity. Αντίστοιχα, αρκετοί εκδότες έχουν στραφεί σε συμφωνίες content sharing ή σε licensing deals με εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία επιπλέον εσόδων.
Στο νέο αυτό τοπίο, όπως καταγράφει η Wall Street Journal, οι προκλήσεις για τα ειδησεογραφικά μέσα δεν περιορίζονται μόνο στη μείωση της επισκεψιμότητας και των εσόδων, αλλά επεκτείνονται και στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, τη διατήρηση της αξιοπιστίας και την ανάγκη να διατηρήσουν ζωντανή τη σύνδεσή τους με το κοινό. Η βιομηχανία των ειδήσεων βρίσκεται μπροστά σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της, όπου η αναζήτηση νέων, βιώσιμων μοντέλων και η προσαρμογή σε ένα περιβάλλον που ορίζουν οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί επιτακτική ανάγκη.






