Καθώς οι χρήστες αντικαθιστούν τα smartphones τους που εξακολουθούν να λειτουργούν κατά μέσο όρο κάθε δύο έως τρία χρόνια, αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι παλιές συσκευές που δεν ανακυκλώνονται να καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής, μολύνοντας το περιβάλλον. Τα παλιότερα αυτά κινητά παραμένουν ωστόσο μικροί υπολογιστές που μπορεί μεν να μην έχουν τη δυνατότητα να τρέξουν προηγμένες εφαρμογές, αλλά το hardware τους παραμένει πιο ισχυρό από ότι χρειάζονται πιο απλές συσκευές για τη λειτουργία τους. Έτσι, με τις παραμετροποιήσεις στην τροφοδοσία ρεύματος, μπορούν να γίνουν χρήσιμα ξανά.
Μια επιστημονική ομάδα από το Ινστιτούτο Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου του Τάρτου στην Εσθονία, με στόχο τη βιωσιμότητα, μετατρέπει τα παλιά smartphones σε μικροσκοπικά κέντρα συγκέντρωσης δεδομένων. Οι ερευνητές αναζήτησαν τρόπους να αναβιώσουν τα παλιά τηλέφωνα, ώστε να αποκτήσουν νέες χρήσεις, κάνοντάς τα με αυτό τον τρόπο χρήσιμα ξανά. Με αυτό τον τρόπο δε χρειάζεται να βρεθούν σε κάποια χωματερή, ενώ θα μειώσουν το κόστος σε αρκετούς τομείς.

Χρησιμοποιώντας τέσσερις παλαιότερες τηλεφωνικές συσκευές ανέπτυξαν ένα κέντρο συγκέντρωσης δεδομένων, με το οποίο κατάφεραν να επεξεργαστούν και να αποθηκεύσουν με αποτελεσματικό τρόπο δεδομένα με κόστος μόλις 32 ευρώ. Αρχικά έκαναν το αυτονόητο, ξεφορτώθηκαν την μπαταρία, που ούτως η άλλως δε θα ήταν λειτουργική, αντικαθιστώντας την με εξωτερικές πηγές ενέργειας. Με αυτό τον τρόπο μειώνουν τον κίνδυνο διαρροής χημικών ουσιών στο περιβάλλον, αλλά και τον κίνδυνο έκρηξης αν είναι πολύ ταλαιπωρημένη η μπαταρία. Στη συνέχεια, σύνδεσαν τις τέσσερις συσκευές μεταξύ τους και τις τοποθέτησαν σε ειδικές θήκες, που δημιούργησαν σε 3D Printer, ώστε να είναι ανθεκτικές τόσο κάτω από το νερό όσο και έξω.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το νέο αυτό σύστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πληθώρα εφαρμογών, ενός ευρύτερου φάσματος. Για παράδειγμα θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε στάσεις λεωφορείων για να καταγράφει σε πραγματικό χρόνο τον αριθμό των επιβατών που χρησιμοποιούν τα ΜΜΜ και για πόσος είναι ο χρόνος αναμονής, ώστε να προσαρμοστούν τα δρομολόγια για την καλύτερη εξυπηρέτηση.
Το πρωτότυπο δοκιμάστηκε με επιτυχία υποβρύχια, όπου συμμετείχε στην παρακολούθηση της θαλάσσιας ζωής βοηθώντας στην καταμέτρηση διαφορετικών θαλάσσιων ειδών. Κανονικά, αυτού του είδους οι εργασίες απαιτούν από έναν δύτη να καταγράψει βίντεο και να το φέρει στην επιφάνεια για ανάλυση. Αλλά με το πρωτότυπο, όλη η διαδικασία γινόταν αυτόματα υποβρύχια.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Διάχυτης Υπολογιστικής, Ούμπερ Φλόρες, ο οποίος συμμετείχε στη μελέτη, εξήγησε ότι «η καινοτομία συχνά δεν ξεκινά με κάτι νέο, αλλά με έναν νέο τρόπο σκέψης σχετικά με το παλιό, επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο του στη διαμόρφωση του μέλλοντος».






